logo3

Η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) είναι μια μέθοδος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής κατά την οποία η γονιμοποίηση του γυναικείου ωαρίου από το σπερματοζωάριο γίνεται έξω από το σώμα της γυναίκας στο εργαστήριο. Στη συνέχεια ένα ή περισσότερα έμβρυα μεταφέρονται στην μήτρα της γυναίκας όπου εμφυτεύονται και αναπτύσσονται. Τα έμβρυα που περισσεύουν , αν είναι καλής ποιότητας, μπορούν να καταψυχθούν για μελλοντική χρήση.

Αρχικά η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) χρησιμοποιήθηκε για θεραπεία γυναικών με κλειστές σάλπιγγες. Σήμερα χρησιμοποιείται για πληθώρα αιτιών υπογονιμότητας όπως ανδρικός παράγοντας, η ενδομητρίωση ή ακόμα και σε ανεξήγητη υπογονιμότητα. Τα βασικά στάδια της εξωσωματικής γονιμοποίησης είναι η διέγερση των ωοθηκών, η ωοληψία, η γονιμοποίηση και καλλιέργεια των εμβρύων και η εμβρυομεταφορά.

ΔΙΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ

Η πρώτη κύηση μετά από IVF επιτεύχθηκε με τη λήψη ενός μόνο ωαρίου που προερχόταν από ένα ωοθυλάκιο κατά τη διάρκεια ενός φυσικού κύκλου. Σήμερα για την αύξηση του ποσοστού επιτυχίας γίνεται διέγερση των ωοθηκών, ώστε να ληφθούν περισσότερα ωάρια. Τα φάρμακα για την διέγερση των ωοθηκών μπορεί να λαμβάνονται από το στόμα (κλομιφαίνη, λετροζόλη) ή είναι ενέσιμα και λέγονται γοναδοτροπίνες. Τα από του στόματος χορηγούμενα φάρμακα είναι λιγότερο αποτελεσματικά από τα ενέσιμα και δεν χρησιμοποιούνται συχνά. Η παρακολούθηση της ανάπτυξης των ωοθυλακίων γίνεται με το κολπικό υπερηχογράφημα και με ορμονολογικό έλεγχο , με λήψη αίματος. Με φάρμακα που εμποδίζουν την ωορρηξία εξασφαλίζουμε την απρόσκοπτη ανάπτυξη των ωοθυλακίων και όταν ο γιατρός κρίνει ότι τα ωοθυλάκια είναι έτοιμα , χορηγείται η ορμόνη hCG που αντικαθιστά την φυσιολογική αιχμή της LH που είναι απαραίτητη για το τελικό στάδιο ωρίμανσης των ωαρίων. Συνήθως χρειάζεται ένα χρονικό διάστημα 8–14 ημερών για την διέγερση των ωοθηκών. Η ωοληψία προγραμματίζεται συνήθως 34 – 36 ώρες μετά την χορήγηση της hCG.

ΩΟΛΗΨΙΑ

Η λήψη των ωαρίων γίνεται διακολπικά με υπερηχογραφική καθοδήγηση, με μία βελόνη προσαρμοσμένη στην κεφαλή του υπερήχου. Η διαδικασία, ανάλογα με τον αριθμό των θυλακίων, που αναρροφώνται δεν υπερβαίνει συνήθως τα 30 λεπτά της ώρας. Στην γυναίκα μπορεί να χορηγηθεί κάποιο είδος αναλγησίας ή ελαφρά νάρκωση. Την ίδια ημέρα ο σύζυγος/σύντροφος παραδίδει το σπέρμα στο εργαστήριο για να γίνει η γονιμοποίηση.

ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΕΜΒΡΥΟΥ

Μετά την ωοληψία , τα ωάρια εξετάζονται από τον εμβρυολόγο για την ωριμότητα και την ποιότητά τους. Στη συνέχεια τα ώριμα ωάρια γονιμοποιούνται είτε με την κλασσική μέθοδο είτε με τη μέθοδο της μικρογονιμοποίησης (ICSI). Στη μικρογονιμοποίηση ένα μοναδικό σπερματοζωάριο εισάγεται απ’ ευθείας στο ωάριο και η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται κυρίως όταν υπάρχει πτωχή ποιότητα σπέρματος ή ιστορικό προηγούμενης αποτυχίας γονιμοποίησης. Την επομένη της ωοληψίας ο εμβρυολόγος επιβεβαιώνει την γονιμοποίηση του ωαρίου με την παρατήρηση των δυο προπυρήνων. Δυο ημέρες μετά την ωοληψία το έμβρυο αποτελείται από 2 – 4 κύτταρα και την τρίτη ημέρα από 6 – 10 κύτταρα. Την πέμπτη ημέρα μια κοιλότητα με υγρό εμφανίζεται στο έμβρυο και διαχωρίζονται τα κύτταρα που θα δημιουργήσουν το έμβρυο και τον πλακούντα. Το έμβρυο σε αυτό το στάδιο λέγεται βλαστοκύστη.

Γενετικός Έλεγχος Εμβρύου

Τα έμβρυα που δημιουργούνται κατά την διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης είναι δυνατόν να ελεγχθούν για κληρονομούμενες παθήσεις πριν την μεταφορά τους στην μήτρα της γυναίκας. Αυτό επιτρέπει στην εμβρυομεταφορά μόνο υγιών εμβρύων αποφεύγοντας έτσι τυχόν αποβολές ή την απόφαση για διακοπή της κύησης ενός πάσχοντος εμβρύου μετά την 12η εβδομάδα της κύησης. Με την προεμφυτευτική διάγνωση (PGD : Preimplantation Genetic Diagnosis) μπορεί να γίνει έλεγχος για κάθε γενετικά κληρονομούμενο νόσημα όταν είναι γνωστό το γονίδιο που το προκαλεί. Σήμερα η τεχνική αυτή (PGD) έχει εγκριθεί για πάνω από 250 γενετικά νοσήματα. Συγχρόνως μπορούν να ελέγχονται και τα χρωμοσώματα του εμβρύου. Με τον προεμφυτευτικό έλεγχο ( PGT-A : Preimlpantation Genetic Testing for Aneuploidies) ελέγχονται τα χρωμοσώματα των εμβρύων πριν τη μεταφορά τους στη μήτρα.

    Ενδείξεις για PGT-A:
  • Γυναίκες πάνω από την ηλικία των 35 ετών
  • Ιστορικό καθ’ έξιν αποβολών
  • Οικογενειακό ιστορικό χρωμοσωμικών ανωμαλιών
  • Πολλαπλές ανεπιτυχείς προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης

ΕΜΒΡΥΟΜΕΤΑΦΟΡΑ

Το επόμενο στάδιο στην διαδικασία είναι η εμβρυομεταφορά. Είναι μια απλή διαδικασία και δεν απαιτεί νάρκωση. Με έναν λεπτό καθετήρα τα έμβρυα μεταφέρονται διαμέσου του τραχήλου και τοποθετούνται στην μήτρα. Η εμβρυομεταφορά γίνεται την δεύτερη ή τρίτη ημέρα μετά την ωοληψία, ενώ αν τα έμβρυα έχουν φθάσει στο στάδιο της βλαστοκύστης, η εμβρυομεταφορά γίνεται την πέμπτη ημέρα μετά την ωοληψία. Η συνεχής παρακολούθηση των εμβρύων σε ειδικούς επωαστές (time lapse) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιλογή των καλύτερων για την εμβρυομεταφορά εμβρύων. Ο αριθμός των μεταφερόμενων εμβρύων καθορίζεται από κατευθυντήριες οδηγίες των εταιρειών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής που βασίζονται στην ηλικία της γυναίκας , το ιστορικό της και την ποιότητα των εμβρύων. Στόχος είναι η ισορροπία μεταξύ του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος και της αποφυγής πολύδυμων κυήσεων (τριδύμων και άνω).

ΚΡΥΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

Τα έμβρυα που περισσεύουν, μπορούν να καταψυχθούν για μελλοντική χρήση. Η κρυοσυντήρηση διευκολύνει επόμενες προσπάθειες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής καθιστώντας τες πιο απλές, λιγότερο δαπανηρές και λιγότερο επεμβατικές αφού δεν χρειάζεται ωοθηκική διέγερση και ωοληψία. Τα κατεψυγμένα έμβρυα μπορούν να παραμείνουν για μακρά χρονική περίοδο και έχουν επιτευχθεί γεννήσεις παιδιών χρησιμοποιώντας έμβρυα που είχαν παραμείνει σχεδόν 20 χρόνια στην κατάψυξη. Η τεχνική κατάψυξης που χρησιμοποιείται σήμερα είναι η υαλοποίηση (Vitrification).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ – ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ

Δώδεκα ημέρες μετά την εμβρυομεταφορά γίνεται το τεστ κυήσεως της β-hCG (β-χοριακή γοναδοτροπίνη) στο αίμα. Αν το αποτέλεσμα είναι θετικό, ακολουθεί υπερηχογραφικός έλεγχος δύο εβδομάδες μετά, για να επιβεβαιωθεί ότι όλα βαίνουν καλώς. Αναφερόμενοι πάντα στον μέσο όρο, θα λέγαμε ότι το ποσοστό κλινικής κύησης ανά εμβρυομεταφορά κυμαίνεται μεταξύ 30-40%, με τα καλύτερα αποτελέσματα σε γυναίκες κάτω των 35 χρονών.

ΚΑΛΕΣΤΕ ΜΑΣ
ΚΛΕΙΣΤΕ ΡΑΝΤΕΒΟΥ